
Στον βυθό του Ατλαντικού Ωκεανού υπάρχουν περισσότερα από 200.000 βαρέλια που περιέχουν ραδιενεργά απόβλητα. Μια διεθνής ομάδα, υπό την ηγεσία της Γαλλίας, εξετάζει τις περιβαλλοντικές συνέπειες αυτής της σοβαρής κατάστασης.
Από το 1946 μέχρι το 1990, περισσότερα από 200.000 βαρέλια μολυσματικών τοξινών εγκαταλείφθηκαν σκόπιμα στις βάθες του βορειοανατολικού Ατλαντικού από ευρωπαϊκές χώρες. Τα βαρέλια είχαν σφραγιστεί με πίσσα ή τσιμέντο και θάφτηκαν σε βάθη άνω των 4.000 μέτρων, περίπου 600 χιλιόμετρα από τις γαλλικές ακτές.
Με την ονομασία NODSSUM, η ερευνητική αποστολή του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας (CNRS) συνεργάζεται με το Ifremer και την Αρχή Πυρηνικής Ασφάλειας (ASNR) και έχει ως στόχο να χαρτογραφήσει τον βυθό. Έχει ξεκινήσει από το 2025 και περιλαμβάνει τη συνεργασία διεθνών ερευνητικών ιδρυμάτων.
Με τη χρήση προηγμένης τεχνολογίας σόναρ και του αυτόνομου υποβρύχιου οχήματος UlyX, οι επιστήμονες εξερεύνησαν μια έκταση περίπου 6.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, εντοπίζοντας τις θέσεις των βαρελιών.
Ταυτόχρονα, διεξήγαγαν αναλύσεις νερού, ιζημάτων και θαλάσσιων οργανισμών, προκειμένου να αξιολογήσουν εάν και σε ποιο βαθμό έχουν διαρρεύσει ραδιενεργά στοιχεία στο οικοσύστημα και πώς επηρεάζουν τη θαλάσσια ζωή στα μεγάλα βάθη.
Οι πρώτες αναλύσεις έδειξαν περιορισμένα ίχνη ραδιενεργής ρύπανσης, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν ενδείξεις για ευρύτερη περιβαλλοντική ζημιά. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν την ανάγκη για περισσότερη έρευνα ώστε να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την μακροπρόθεσμη συμπεριφορά των αποβλήτων.
Τα ευρήματα της αρχικής φάσης οδήγησαν στη διοργάνωση δεύτερης αποστολής, κατά την οποία οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν το επανδρωμένο υποβρύχιο Nautile για να εξετάσουν τα βαρέλια πιο κοντά και να συλλέξουν νέα δείγματα.
Οι ερευνητές περιγράφουν τη στιγμή που εντόπισαν τα πρώτα βαρέλια ως εντυπωσιακή.
Πολλά από αυτά έχουν εξελιχθεί σε τεχνητά υποστρώματα που φιλοξενούν θαλάσσιες ζωές. Αυτή η εικόνα ενός οικοσυστήματος που αναπτύσσεται γύρω από ανθρώπινες παρεμβάσεις χαρακτηριστήκε από τους επιστήμονες ως μια «παράδοξη αντίθεση» ανάμεσα στη φύση και την ανθρώπινη παρέμβαση.
Επιπλέον, οι επιστήμονες κατέγραψαν την παρουσία πλαστικού και άλλων απορριμμάτων, αποδεικνύοντας πως ακόμα και οι πιο απομονωμένες περιοχές του ωκεανού δεν έχουν γλιτώσει από τη ρύπανση.
Οι επιστήμονες θα συνεχίσουν να παρακολουθούν την κατάσταση των βαρελιών και την συμπεριφορά των ραδιενεργών στοιχείων στο θαλάσσιο περιβάλλον. Τα αποτελέσματα της έρευνας αναμένονται να προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες για την κατανόηση των κινδύνων που σχετίζονται με παλιές πρακτικές διάθεσης πυρηνικών αποβλήτων και για τη διαμόρφωση ασφαλέστερων πολιτικών διαχείρισης στο μέλλον.






